Υφίσταται οικολογικό ασυνείδητο;

Πριν οκτώ χρόνια περίπτου, ο Glenn Albrecht άρχισε να λαμβάνει απεγνωσμένα τηλεφωνήματα από τους κατοίκους της Upper Hunter Valley, μία περιοχή 6.000 τετραγωνικών μιλίων γνωστή ως η «Τοσκάνη του Νότου» – μία όαση αποτελούμενη από χωράφια καλλιεργούμενα με αλφάλφα, φάρμες και πλούσιες σε βλάστηση, που θυμίζουν Αγγλία, κομητείες σε μία κατά τ’ άλλα γνωστή για το ζεστό κλίμα της και την έλλειψη νερού ήπειρο. «Τα τηλεφωνήματα έδιναν την εντύπωση απεγνωσμένων εκκλήσεων» αναφέρει ο Albrecht, φιλόσοφος και καθηγητής σε θέματα βιωσιμότητας το Πανεπιστήμιο Murdoch του Perth.“Μου έλεγαν: ‘Μπορείς να μας βοηθήσεις; Δοκιμάσαμε τα πάντα. Υπάρχει κάτι που θα μπορούσες να κάνεις για να μας βοηθήσεις;’ ”

Οι κάτοικοι ήταν αλαφιασμένοι λόγω της εξάπλωσης των ανθρακωρυχείων στην περιοχή. Το κάρβουνο ανακάλυφθηκε στην ανατολική Αυστραλία μόλις 200 χρόνια πριν, αλλά η βιομηχανία εξόρυξης έχει ξεκινήσει να αναπτύσσει δραστηριότητες μόλις δύο δεκαετίες πριν. Σήμερα, στην κοιλάδα εξορύσσονται περισσότεροι από 100 εκατομμύρια τόνοι μαύρου κάρβουνου το χρόνο, υπό τη μορφή νταμαριών και με την παράλληλη χρήση χημικών εκρηκτικών, προκειμένου να απομακρυνθούν με εκρήξεις χώμα, κατακάθια και βράχοι. Οι εκρήξεις λαμβάνουν χώρα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας, δημιουργώντας ‘τουλίπες’ γκρίζας σκόνης, η οποία επεκτείνεται πέρα από τις κορυφογραμμές και κατακάθεται σε παχιά στρώματα πάνω σε σκεπές, σοδειές, καθώς και στο δέρμα των ζώων. Τα φώτα των προβολέων λούζουν με άπλετο φως τον τόπο σε μόνιμη βάση. Φορτηγά, εκσκαφείς εξόρυξης και τρένα μεταφοράς άνθρακα με τη μηχανή τους μόνιμα να δουλεύει στο ρελαντί εκπέμπουν ένα συνεχές βουητό χαμηλής συχνότητας. Οι ποταμοί και τα ρέματα έχουν μολυνθεί.

Ο Albrecht, ένας μελαχροινός ενθουσιώδης  άντρας με γαμψή γερακίσια μύτη, ήταν γνωστός στους ντόπιους για τον ακτιβισμό του. Συμμετείχε στα μπλόκα ενάντια σε πλοία που εισέρχονταν στο Newcastle (κοντά στην Upper Hunter), το μεταλύτερο λιμάνι εξαγωγής άνθρακα στον κόσμο και δημοσίευε επωνύμως άρθρα που επέκριναν την αυστραλέζικη βιομηχανία εξόρυξης ορυκτών καυσίμων. Όμως ο Albrecht δεν ήξερε τι άλλο να προσφέρει πέρα από έναν ευήκοο ου και μερικές συμβουλές τακτικής. Τότε, κατά τα τέλη του 2002, αποφάσισε να πάει να δει πως μεταμορφωνόταν η Upper Hunter με τα ίδια του τα μάτια.

“Υπάρχει ένας λόγιος που μιλά για τη ‘γαλήνη της καρδιάς’”, μου είπε ο  Albrecht μόλις σταθήκαμε με το αυτοκίνητό του σε ένα βράχο πάνω από την ακτή του Newcastle με θέα τον Ειρηνικό. Σε απόσταση, εκεί ακριβώς που το βλέμμα παύει να διακρίνει τον ορίζοντα, στέκονταν 40 τάνκερ για κάρβουνο, όλα τους παρατεταγμένα σε μονή γραμμή.  “Η καρδιά των ανθρώπων ‘γαληνεύει’ όταν μπορούν να ζήσουν στον τόπο τους. Αν τους υποχρεώσεις να μεταναστεύσουν, αν τους απομακρύνεις από τη γη τους, η αίσθηση αυτή της καρδιάς χάνεται και βιώνουν μια μορφή σκοτοδίνης, σαν ολόκληρη η ζωή τους να κατακερματίζεται.” Οι Αμπορίτζιν της Αυστραλίας, οι Ναβάχο, αλλά και ένας μεγάλος αριθμός αυτοχθόντων αναφέρονται σε αυτή την απώλεια προσανατολισμού, η οποία χαρακτηρίζεται από πένθος, όταν εκτοπίζονται από τη γη τους. Ο Albrecht, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Upper Valley, συνειδητοποίησε ότι αυτή η «παθολογία του τόπου», όπως την αποκαλεί ένας φιλόσοφος, δεν περιορίζεται μόνο μεταξύ αυτοχθόνων. Οι άνθρωποι που απευθύνονταν στον Albrecht για υποστήριξη φαίνονταν ανήσυχοι, ανάστατοι, απελπισμένοι, σε κατάθλιψη – σαν να τους είχαν μεταφέρει μακρυά της κοιλάδας δια της βίας. Μόνο που δε συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αυτό που άλλαζε ήταν η μορφή της κοιλάδας γύρω τους.

Κατά την άποψη του Albrecht, οι κάτοικοι της Upper Hunter δεν υπέφεραν μόνο από την ένταση της διαβίωσης σε δύσκολες συνθήκες, αλλά και κάτι άλλο πολύ πιο θεμελιώδες: μία μέχρι τότε μη αναγνωρισμένη ψυχολογική κατάσταση. Σε μία πραγματεία του το 2004, εφυήρε έναν όρο για να περιγράψει την κατάσταση: “solastalgia,” μία σύνθετη λέξη που προέρχεται από τη λατινική λέξη solacium (παρηγοριά) και την ελληνική ρίζα –algia (πόνος), την οποία ετυμολόγησε ως τον “πόνο που βιώνεται όταν υπάρχει αναγνώριση ότι ο τόπος στον οποίο ζει και αγαπά κανείς βρίσκεται υπό καθεστώς άμεσης απειλής. . . μία μορφή νοσταλγίας, ενώ κανείς παραμένει στο ‘σπίτι’ του.” Ο νεολογισμός αυτός δεν άρκεσε ώστε να τα ανθρακωρυχεία να σταματήσουν τη λειτουργία τους. Συνέχισαν να εξαπλώνονται. Το ίδιο όμως συνέβη και με την ιδέα του Albrecht. Κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, η λέξη “solastalgia” εμφανίζεται σε μία πληθώρα εντύπων τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όπως το περιοδικό Wired, τα Καθημερινά Νέα της Σρι Λάνκα, όπως και το δημοφιλές πολιτικού μπλογκ του Andrew Sullivan ‘The Daily Dish’. Το Σεπτέμβριο το βρετανικό ντουέτο της τριπ χοπ Zero 7 κυκλοφόρησε ένα οργανικό κομμάτι με τίτλο “Solastalgia”, ενώ το 2008 ο Jukeen, ένας Σλοβένος μουσικός χρησιμοποιήσε την ίδια λέξη σαν τίτλο του άλμπουμ του. Η «solastalgia» έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τα βιώματα των καναδέζικων κοινοτήτων των Ίνουιτ, καθώς καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της διαρκώς αυξανόμενης αύξησης στις θερμοκρασίες, των καλλιεργητών στη Γκάνα (που καλλιεργούν για προσωπική τους κατανάλωση και επιβίωση) οι οποίοι αντιμετωπίζουν αλλαγές των συνθηκών βροχόπτωσης και των προσφύγων που επιστρέφουν στη Νέα Ορλεάνη μετά τον τυφώνα Κατρίνα.

Οι ολοένα διευρυνόμενες αναφορές στον όρο ευχαριστούν τον Albrecht, καθώς του επέτρεψαν πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων για την έρευνα και του απέφεραν τη θέση διδάσκοντα που κατέχει στο πανεπιστήμιο Murdoch. Δεν εκπλήσσεται ιδιαίτερα όμως με την επιτυχία της λέξης. “Ρίξτε μια ματιά εκεί έξω”, λέει, δείχνοντας προς τη γραμμή παρατεταγμένων πλοίων μεταφοράς ορυκτών. “Τα πλοία που βλέπετε να συνωστίζονται αποτελούν μια εύγλωττη εικόνα της κλιματικής αλλαγής. Από αυτή την εικόνα δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς. Είτε ζει,στην Upper Hunter, είτε στο Newcastle, είτε οπουδήποτε αλλού. Και αυτό ακριβώς είναι το νόημα της λέξης ‘solastalgia’.” Έτσι όπως η απώλεια κάθε αίσθησης ‘γαλήνης της καρδιάς’ δεν περιορίζεται μεταξύ των εκτοπισμένων πληθυσμών αυτοχθόντων, έτσι και η solastalgia δεν περιορίζεται μόνο μεταξύ αυτών που διαβιούν δίπλα σε λατομεία ή πετρελαιοκηλίδες ή ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς ή υπερμεγέθεις χωματερές. Κατά την εκτίμηση του Albrecht, ο όρος ‘solastalgia’ αναφέρεται σε μία κατάταση παγκόσμιας κλίμακας, η οποία βιώνεται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό όλο και πιο έντονα από διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικές περιοχές, καθώς η υποβάθμιση του φυσικού μας περιβάλλοντος συνεχίζεται. Καθώς το περιβάλλον μας συνεχίζει να αλλάζει γύρω μας, η ερώτηση που ο Albrecht θα ήθελε να απαντήσει είναι η εξής: πόσο βαθιά υποφέρει ο νους όλων μας ως απόρροια της κατάστασης αυτής;

Η φιλοσοφική απόπειρα του Albrecht ώστε ν’ εντοπίσει μία άμεση σχέση ανάμεσα στην υγεία του φυσικού κόσμου και την πνευματική υγεία έχει βρει ένα όλο πιο αναπτυσσόμενο σύμμαχο στο χώρο της ψυχολογίας. Τον τελευταίο Αύγουστο, η Αμερικάνικη Ένωση Ψυχολογίας (American Psychological Association) δημοσίευσε μία αναφορά 230 σελίδων με τίτλο “Interface Between Psychology and Global Climate Change”. Η κάλυψη της αναφοράς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης επικέντρωσε στις συνήθειες εκείνες που απαρτίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, συνεισφέροντας έτσι στην παγκόσμια υπερθέρμανση του πλανήτη. Η έμφαση αυτή αντανακλούσε τάσεις μεταξύ των μελών της ομάδας εργασίας που συνέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο – οι επτά από τους οκτώ ήταν επιστήμονες που ειδικεύονται σε έρευνα προσανατολισμένη στη λήψη μέτρων και τη διαχείριση περιβαλλοντικού ρίσκου – ενώ παράλληλα, αποτελούσε εξαρχής και δεδηλωμένο στόχο. “Έχουμε να ερευνήσουμε τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι δεν αντιδρούν” δήλωσε η Janet Swim, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια και πρόεδρος της ομάδας εργασίας, «προκειμένου να μπορέσουμε να κινητοποιήσουμε τους ανθρώπους σε δράση».

Παρόλα αυτά, η προσοχή που στράφηκε σε εκείνα τα συμπεριφοριστικά και γνωστικά εμπόδια που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος – θέματα άμεσου ενδιαφέροντος όσων διαμορφώνουν την κυβερνητική πολιτική, αλλά και των ακτιβιστών – συγκάλυπτε το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του εγγράφου αφορούσε το υποτιθέμενο συναισθηματικό κόστος του οικολογικού μαρασμού: την αγωνία, την απελπισία, το μούδιασμα, «την αίσθηση ψυχολογικής κούρασης ή αδυναμίας», τη θλίψη. Απέκρυπτε επίσης το ασυνήθιστο υπόβαθρο του όγδοου μέλους της ομάδας δράσης, του Thomas Doherty, ενός κλινικού ψυχολόγου από το Πόρτλαντ του Όρεγκον. Ο Doherty διατηρεί ένα ιδιωτικό γραφείο με τίτλο Sustainable Self (Βιώσιμος Εαυτός) και αποτελεί το διαπρεπέστερο υπερασπιστή μίας διαρκώς αναπτυσσόμενου επιστημονικού κλάδου στη Β. Αμερική, της «οικοψυχολογίας».

Υπάρχει μια πληθώρα κατευθύνσεων στην ψυχολογία, οι οποίες στον ένα ή τον άλλο βαθμό εστιάζουν στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και το φυσικό περιβάλλον. Η οικοψυχολογία όμως εναγκαλίζεται ένα περισσότερο επαναστατικό πλαίσιο ιδεών: όπως ο Freud πίστευε ότι οι νευρώσεις αποτελούν συνέπεια της περιφρόνησης που δείχνουμε στα βαθιά ριζωμένα ερωτικά και επιθετικά μας ένστικτα, έτσι και οι οικοψυχολόγοι θεωρούν ότι η θλίψη, η απελπισία και η αγωνία αποτελούν συνέπειες των παρομοίως περιφρονημένων και βαθιά ριζωμένων στον άνθρωπο οικολογικών ενστίκτων.

“Εάν μελετήσει κανείς τις απαρχές της κλινικής ψυχολογίας» μου λέει η Patricia Hasbach, ψυχοθεραπεύτρια και διακεκριμένη οικοψυχολόγος, η οποία εργάζεται στο Eugene,“βλέπουμε ότι η εστίαση αφορούσε ενδοψυχικές δυνάμεις” — η σύνδεση του νου με το Εγώ, Αυτό και το Υπερεγώ. “Στη συνέχεια το πεδίο διευρύνθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει διαπροσωπικές δυνάμεις, όπως οι σχέσεις και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπων. Και μετά έκανε ένα τεράστιο άλμα, ώστε να δώσει προσοχή σε ολόκληρες τις οικογένειες και τα ανθρώπινα συστήματα», δίνοντας τη σημασία που αναλογεί στις κοινωνικές ταυτότητες όπως η φυλή, το φύλο και η τάξη. «Η οικοψυχολογία επιδιώκει για άλλη μια φορά τη διεύρυνση του πεδίου, προκειμένου να φέρει στο προσκήνιο τα οικολογικά συστήματα» μου είπε. «Επιθυμεί να λάβει υπ’ όψη της ολόκληρο τον πλανήτη”.

Οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων η οικοψυχολογία προσπαθεί να επιτεύξει αυτούς τους ομολογουμένως φιλόδοξους στόχους έχουν τις ρίζες τους στις απαρχές του πεδίου, όταν αποτελούσε μια μορφή αντικουλτούρας. Η οικοψυχολογία αναδύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60, την περίοδο που το περιβαλλοντικό κίνημα της περιόδου γιγαντωνόταν, όταν μια ομάδα αποφοίτων με βάση τη Βοστώνη συγκεντρώθηκε για να συζητήσει αυτό που κατά τη γνώμη τους θεωρούσαν μια αίσθηση απομόνωσης και ανησυχίας, η οποία μίαινε τη σύγχρονη ζωή. Παρουσίασε μια σύντομη άνθιση, ειδικότερα στη Δυτική Ακτή και κυρίως ανάμεσα σε επαγγελματίες που ειδικεύονται σε εναλλακτικές θεραπείες, όταν ο ιστορικός Theodore Roszak (ο οποίος πρότεινε τον όρο ‘αντικουλτούρα’) δημοσίευσε το μανιφέστο “The Voice of the Earth” (η Φωνή της Γης), με το οποίο επέκρινε τη σύγχρονη ψυχολογία για τον τρόπο με τον οποίο παραμελεί την αρχέγονη σύνδεση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. «Η Δυτική Ψυχολογία του κυρίαρχου ρεύματος έχει περιορίσει τον ορισμό της ψυχικής υγείας εντός ενός διαπροσωπικού πλαισίου μίας αστικής-βιομηχανικής κοινωνίας» έγραψε κάποια στιγμή αργότερα. «Ό,τι επεκτείνεται πέρα από την αστικοποιημένη ψυχή παρουσιάζεται σα να μην παίζει τον παραμικρό ρόλο στη διαμόρφωση της ανθρώπινης φύσης – ή ίσως μας φοβίζει τόσο που αρνούμαστε να το αναλογιστούμε.» Ο περιορισμένος αριθμός των ανθρώπων που στρέφονται στην οικοψυχολογία, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται θεραπευτές, ερευνητές, οικολόγοι και ακτιβιστές, εξακολουθεί να αντανακλά αυτές τις αρχικές αντιλήψεις. Το ίδιο ισχύει και για τη ρητορική της οικοψυχολογίας. Οι επαγγελματίες που την ασκούν, τείνουν να αξιοποιούν τόσο παραδοσιακά παραμύθια των αυτοχθόνων της Αμερικής, όσο και εμπειρικά στοιχεία, προκειμένου να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

Παρόλα αυτά η οικοψυχολογία, ενώ παραμένει δεσμευμένη στις απαρχές της, πρόσφατα έχει ξεκινήσει να εισέρχεται στους ακαδημαϊκούς κύκλους του κυρίαρχου ρεύματος.  Τον περασμένο Απρίλιο, ο Doherty δημοσίευσε το πρώτο τεύχος της Οικοψυχολογίας, του πρώτου εντύπου – όπου τα άρθρα προς δημοσίευση αξιολογούνται από συναδέλφους – αφιερωμένο στη «σχέση ανάμεσα σε περιβαλλοντικά θέματα, την πνευματική υγεία και την έννοια της ευημερίας». Ένα χρόνο μετά, ο εκδοτικός οίκος του ΜΙΤ (του Τεχνολογικού Ινστιντούτου της Μασαχουσέτης) πρόκειται να εκδόσει ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο, σε επιμέλεια των Hasbach και Peter Kahn (από το χώρο της αναπτυξιακής ψυχολογίας), καθώς και της Jolina Ruckert, μιας υποψήφιας διδακτόρισσας που συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον. Ο τόμος αυτός φέρει σε συνδιαλλαγή επιστήμονες από διαφορετικές κατευθύνσεις, ανάμεσά τους τη βραβευμένη βιολόγο Lynn Margulis και τον ανθρωπολόγο Wade Davis, καθώς ερευνά θέματα όπως η «τεχνολογική φύση» και τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον επιδρά στην ανθρώπινη αντίληψη. Η οικοψυχολογία – μεταξύ άλλων – διδάσκεται στα Κολλέγια Oberlin και Lewis & Clark, όπως και στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin.

Οι οικοψυχολόγοι δεν είναι οι πρώτοι που ενσωματώνουν αυτή τη ζωτική σύνδεση ανάμεσα στο νου και τη φύση. Όπως παραδέχονται και οι ίδιοι, οι ρίζες της συγκεκριμένης κατεύθυνσης βρίσκονται στο Βουδισμό, το Κίνημα του Ρομαντισμού και τον Υπερβατισμό. Αναφέρονται στη συνάφειά της με την εξελικτική ψυχολογία – με την ιδέα ότι ο τρόπος που ανταποκρίνομαστε στο φυσικό μας περιβάλλον είναι βαθιά εμπεδωμένος, καθώς σχετίζεται με το πως εξελιχθήκαμε ως είδος. Αναφέρονται επίσης στη βιοφιλία, μία υπόθεση που ανέπτυξε ο φημισμένος βιολόγος του Χάρβαρντ E. O. Wilson το 1984, βάσει της οποίας τα ανθρώπινα όντα φέρουν την «έμφυτη τάση να εστιάζουν στη ζωή και σε διεργασίες που εμπεριέχουν ζωή». Παρόλο που η ιδέα του Wilson έχει δεχθεί επικρίσεις ως αιτιοκρατική και τόσο διευρύμενη που δύσκολα ελέγχεται η αξιοπιστία της ως έννοια, και μόνο η αναφορά ότι η εξέλιξη των ανθρώπων προίκισε με μία λαχτάρα για τη φύση, αγγίζει σε διάρκεια μια βαθύτερη χορδή εντός πολλών μελών της επιστημονικής κοινότητας. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, η υπόθεση του Wilson εξακολουθεί να εμπνέει μια σταθερή ροή άρθρων, βιβλίων, συνεδρίων, ενώ πέρσι ιδρύθυκε και το πρώτο Κέντρο Βιοφιλίας E. O. Wilson στα βορειοδυτικά της Florida.

Σε αντίθεση με τον  Wilson και τους οπαδούς του όμως, οι οικοψυχολόγοι τείνουν να εστιάζουν στην παθολογική παράμετρο της σχέσης ανάμεσα σε νου και φύση. Πιο συγκεκριμένα στη διάρρηξη αυτού του δεσμού. Υπό την έννοια αυτή, η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνομιλεί με τον πολιτισμό μας στο σύνολό του σχεδόν. Τα τελευταία χρόνια, η διαρκώς αυξανόμενη ανησυχία των ανθρώπων για την κατάσταση του πλανήτη, έχει αρχίσει να εκφράζεται μέσα από ένα σύνολο ψυχιατρικά ‘φορτισμένων’ εννοιών όπως «ελλειματική διαταρραχή της φύσης», «περιβαλλοντικό άγχος», «οικοπαράλυση» κ.ο.κ. Οι όροι αυτοί διαδίδονται με τέτοια ταχύτητα, ώστε ο Albrecht να προτείνει τη δημιουργία μιας ολόκληρης τάξης «ψυχογήινων συμπτωμάτων»: δηλαδή προβλήματα ψυχικής υγείας οφειλόμενων στο βαθμό υπόβαθμισης του περιβάλλοντος κάθε ανθρώπου. Οι οικοψυχολόγοι, πολλοί εκ των οποίων διαθέτουν άδεια άσκησης της ιατρικής, παραμένουν καχύποπτοι σε ό,τι αφορά την απόδοση συγκεκριμένων ασθενειών στο καθεστώς περιβαλλοντικής υποβάθμισης ή στη σύνδεση των περισσότερο εδραιωμένων διαταρραχών με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Αντίθετα, προτείνουν μία νέα θεραπευτική προσέγγιση, η οποία θα βασίζεται στην ιδέα ότι η θεραπεία ασθενών σε περίοδο οικολογικής κρίσης προϋποθέτει πρόσβαση σε κάτι πολύ παραπάνω απ’ ότι έχουν να προσφέρουν οι σύγχρονες προσεγγίσεις. Προϋποθέτει μία στροφή προς αυτό που ο Roszak έχει ονομάσει το “οικολογικό μας ασυνείδητο”.

Τον περασμένο Ιούνιο, επισκέφτηκα τον Doherty, […] ο οποίος ως θεραπευτής με ακτιβιστικά διαπιστευτήρια σε μία ‘πράσινη’ πόλη της Δυτικής Ακτής αποτελεί έναν σχετικά αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο των οικοψυχολόγων σήμερα. Όπως θα ήταν αναμενόμενο, την ενασχόλησή του με το συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο την εμπνεύστηκε με αφορμή το βιβλίο του Roszak “Voice of the Earth.” Μέχρι ενός βαθμού ο Doherty εξακολουθεί να είναι γοητευμένος από τον Roszak. Στη συνάντησή μας, αναφέρθηκε στην “απαραίτητη δυσπιστία προς την επιστήμη” και το “δυαδικό χαρακτήρα του εμπειρισμού – του διαχωρισμού ανάμεσα σε νου και σώμα – ο οποίος παρέχει στην κοινωνία το ‘ελεύθερο να καταστρέφει τον κόσμο κατά βούληση’». Αναγνωρίζει παρόλα αυτά, ότι και η ψυχολογία εμπεριέχει κι αυτή κάποιους δικούς της δυισμούς. “Μια απλουστευτικότερη θέση της πρώτης γενιάς της οικοψυχολογίας υπεραπλουστεύει τον κόσμο» ανέφερε. “Είτε ζεις με πράσινο τρόπο, είτε όχι. Είτε είσαι στα καλά σου, είτε όχι. Συνδυάζει την παρουσία ψυχικής υγείας ή την απουσία της με αξίες, επιλογές και πολιτισμικά κριτήρια». Η αποστολή του», όπως λέει «είναι να ηγηθεί μιας οικοψυχολογίας της δεύτερης γενιάς» όπου τέτοιοι δυισμοί θα αφεθούν στην άκρη.

Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας του είναι θεραπευτικής υφής. Όπως κάθε θεραπευτής, ο Doherty, ο οποίος διαθέτει διδακτορικό στην κλινική ψυχολογία, βλέπει τους θεραπευόμενούς του και συζητά μαζί τους τα συνήθη θέματα, όπως η σεξουαλική τους ζωή και οι δυναμικές της οικογένειάς τους. Σε αντίθεση με τους περισσότερους θεραπευτές, ρωτά τους θεραπευόμενούς του για τη σχέση τους με το φυσικό κόσμο – πόσο συχνά βγαίνουν σε ανοιχτούς χώρους, με τι τρόπο αγχώνονται με την κατάσταση του περιβάλλοντος κ.ο.κ. Πρόσφατα ανέπτυξε ένα «ψυχολογικό ερωτηματολόγιο βιωσιμότητας», το οποίο καταγράφει μεταξύ άλλων τα τυπικά θεραπευτικά ενδιαφέροντα, όπως η διάθεση ενός ατόμου, οι συμπεριφορές, η υγεία των προσωπικών σχέσεων, αλλά και την «άνεση με το προσωπικό επίπεδο κατανάλωσης και το ανάλογο οικολογικό αποτύπωμα»

Οι τρόποι εφαρμογής της οικοθεραπείας ανάμεσα στους θεραπευτές διαφέρουν πολύ. Η Patricia Hasbach οργανώνει συχνά συνεδρίες στην ύπαιθρο. Πιστεύει ότι ένας φυσικός χώρος βοηθά στην διεύρυνση οπτικής του πελάτη, λειτουργεί ανταποδοτικά και μπορεί να αποτελέσει πηγή δυνατών συμβολικών μεταφορών. «Η οικοθεραπεία εκτείνει τα όρια του παραδοσιακού αστικού περιβάλλοντος των κλειστών χώρων» μου λέει. «Η φύση παρέχει ένα ζωντανό, δυναμικό περιβάλλον, το οποίο δεν ελέγχεται ούτε από τον θεραπευτή ούτε από τον θεραπευόμενο.» Το πλαίσιο αυτό οδηγεί συχνά σε αποκαλυπτικά αισθητηριακά βιώματα, όπως συνέβη με έναν πελάτη, ο οποίος ταλανιζόταν από μια αίσθηση συναισθηματικού μουδιάσματος. Η αίσθηση αυτή εξανεμίστηκε τη φορά που έβαλε τα πόδια του στα παγωμένα νερά ενός ρέματος στο βουνό.

Ο Doherty, ο οποίος σε συνεργασία με την Hasbach διδάσκει οικοθεραπεία στο Κολλέγιο Lewis & Clark, δίνει λιγότερη έμφαση στην ύπαιθρο – όχι μόνο επειδή το γραφείο του βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα αστικοποιημένο τμήμα του Portland, αλλά και επειδή μήπως έτσι αναπαράγει κανείς μία λανθασμένη διχοτόμηση ανάμεσα στην έννοια της άγριας φύσης και την πόλη. Το γραφείο του για το Βιώσιμο Εαυτό τραβά πελατεία πρόθυμη να εντάξει την έννοια της οικολογίας στις κοινές συνεδρίες. Συνήθως οι πελάτες του δεν απευθύνονται σε αυτόν με συμπτώματα ή προβλήματα τα οποία σχετίζονται άμεσα με την κατάταση του περιβάλλοντος, αλλά κάθε τόσο αναγκάζεται να ασχοληθεί με αυτό που ονομάζει «επεξεργασία της θλίψης και της απόγνωσης». Ένας πελάτης του για παράδειγμα, ο Richard Brenne, ένας ακτιβιστής δεσμευμένος σε ζητήματα κλιματικής αλλαγής και ενθουσιώδης θιασώτης της υπαίθρου, απευθύνθηκε στο Doherty επειδή ένιωθε τόσο αποκαρδιωμένος από την κατάσταση του πλανήτη και τόσο αφιερωμένος σε όσα έκανε για ν’ αλλάξει κάτι, με αποτέλεσμα να βλάπτεται η σχέση του με την οικογένειά του. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμά του σ’ εμένα, ο Brenne επαινεί τον Doherty επειδή τον βοήθησε να αντιμετωπίσει το μέγεθος του προβλήματος, δίχως να απελπιστεί ή να τσιτώσει. Ορισμένοι θα υποστήριζαν ότι η αντιμετώπιση της απελπισίας που νιώθει ο Brenne για την κατάσταση του περιβάλλοντος και οι αρνητικές επιπτώσεις της στην οικογενειακή του ζωή δεν διαφέρουν και τόσο από τη θεραπευτική πορεία ενός θεραπευόμενου, του οποίου το άγχος που του προκαλεί η εργασία του δημιουργεί προβλήματα στο σπίτι. Για τον Doherty όμως, η θεραπεία μιας εμμονής με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος προϋποθέτει κατανόηση του τρόπου με τον οποίο διαρρηγνύεται ή παίρνει μορφή παθολογίας ο δεσμός ανάμεσα στο θεραπευόμενο και το φυσικό κόσμο. Ο Doherty, το διάστημα αυτό εργάζεται πάνω σε ένα θεωρητικό μοντέλο, βάσει του οποίου η στάση ενός ατόμου σε ό,τι αφορά περιβαλλοντικούς προβληματισμούς μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «σύνθετη ή οξεία», «περιορισμένη ή αντικρουόμενη», «υγιής ή εντός φυσιολογικών ορίων».

Ο Doherty ανυπομονεί να δοκιμάσει τις θεραπευτικές του ιδέες σε ένα ευρύτερο πεδίο, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τα εμπειρικά στοιχεία που θα υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του. Πολλά υποπεδία της κλινικής ψυχολογίας υποχρεώθηκαν να μετασχηματιστούν με παρόμοιο τρόπο κατά το παρελθόν, καθώς αυξάνονταν οι εκκλήσεις για απόδειξη της αποτελεσματικότητας των θεραπευτικών συστημάτων με μετρήσιμο τρόπο. Η μεταβολή αυτή, για την οικοψυχολογία είναι ομολογουμένως δυσκολότερη απ’ ότι για άλλες κατευθύνσεις: στο παρελθόν το συγκεκριμένο πεδίο δεν έχει απλώς επιλέξει να παραμερίσει την επιστήμη, αλλά να την υποτιμήσει χαρακτηρίζοντάς την ένα ερευνητικό σύστημα που μετατρέπει το φυσικό κόσμο σε αντικείμενο.

Το

έντυπο του Doherty, η Ecopsychology, μερικές φορές δίνει την αίσθηση ενός παράξενου συνδυασμού ανάμεσα στο περιοδικό Ωρίωνας και το Αμερικάνικο Περιοδικό για την Ψυχολογία, συνδυάζοντας άρθρα σε προσωπικό τόνο για την επικοινωνία με τη φύση με άρθρα ακαδημαϊκής υφής. Στο πρώτο τεύχος, ο Martin Jordan, ένας ψυχολόγος από το Πανεπιστήμιο του Brighton στη Βρετανία, αναφέρθηκε στη θεωρία της  προσκόλλησης της Klein, προκειμένου να προειδοποιήσει για εκείνες τις «αφελείς» αντιλήψεις που θέλουν το φυσικό κόσμο να παίρνει τη μορφή «ενός τέλειου… καλοπροαίρετου γονιού». Μία τέτοια αντίληψη, υποστηρίζει, δεν είναι μόνο ανακριβής – η φύση μπορεί να είναι σκληρή και αφιλόξενη, όσο και πηγή ευημερίας, υγείας ή δελεαστική – αλλά συνιστά και μια μορφή φυγής από την πραγματικότητα, μία ένδειξη ότι κανείς αγαπά τη φύση κάπως λιγότερο, αντί να ειπωθεί ότι αποστρέφεται την κοινωνία.

Δεν είναι ότι ο Doherty είναι εχθρικός με την πνευματική παράμετρο της οικοψυχολογίας – άλλωστε τα ράφια του γραφείου του ξεχειλίζουν από τόμους ποίησης για τη φύση και μυθολογίας. Ελπίζει όμως, όπως γράφει και στο εναρκτήριο συντακτικό του σημείωμα, ότι θα μπορέσει να πιέσει τους συναδέλφους του, ώστε να πειστούν πως «η τήρηση στοιχείων και η φροντίδα των ψυχών δεν αποτελούν αμοιβαία αντικρουόμενους στόχους». “Η ιδέα σύνδεσης της προσωπικής υγείας με την πλανητική, δεν αποτελεί απλώς μια ιδέα», μου είπε ο Doherty. Πρόκειται για μια πρόταση και ως πρόταση μπορούμε και οφείλουμε να ελέγξουμε την εγκυρότητά της.

Πολλά από τα πιο διαδομένα ρεύματα της ψυχολογίας προσφέρουν υποστήριξη στη θέση της οικοψυχολογίας, σύμφωνα με την οποία ένα περιβάλλον σε κίνδυνο εγκυμονεί κινδύνους και για το νου. Σε μία πρόσφατη μελέτη, ο Marc Berman, ένας ερευνητής της γνωσιακής ψυχολογίας και της βιομηχανικής μηχανολογίας στο Πανεπιστήμιο του Michigan, ζήτησε από 38 φοιτητές του να κάνουν έναν καθημερινό περίπατο τριών μιλίων – οι μισοί στο Άλσος Νίκολς της πόλης Ann Arbor και οι άλλοι μισοί κατά μήκος μίας οδού με ιδιαίτερη κίνηση. Σκοπός του ήταν να επικυρώσει τη θεωρία αποκατάστασης της προσοχής (A.R.T.), μία ιδέα ηλικίας 20 ετών, η οποία εισηγείται μια έντονη διαφοροποίηση της ικανότητας υπαίθριων έναντι αστικών χώρων στη βελτίωση της νόησης. Σύμφωνα με την προσέγγιση της A.R.T., η φύση επιτρέπει αύξηση της ικανότητας για εστίαση, καθώς και της μνήμης, διότι συνίσταται από «πηγές απαλής σαγήνης» (το θρόϊσμα των φύλλων, το νερό που τρέχει), οι οποίες επιτρέπουν σε αυτές τις λειτουργίες υψηλού επιπέδου τη δυνατότητα αναπλήρωσης. Αντίθετα, η αστική ζωή αποτελείται από σκληρά ερεθίσματα (κόρνες αυτοκινήτων, φωτεινές πινακίδες), οι οποίες προκαλούν υπερφόρτωση της νοητικής λειτουργίας. Στην έρευνα του Berman, όσοι περπατούσαν στο φυσικό περιβάλλον παρουσίασαν δραματική βελτίωση, ενώ οι περιπατητές της πόλης όχι, αποδεικνύοντας έτσι τη σημαντική επίδραση αποκατάστασης της νόησης που προσφέρει η φύση.

Ο Peter Kahn, ένας αναπτυξιακός ψυχολόγος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού, έχει εξετάσει αναλυτικότερα κάποιες από τις υποκείμενες αρχές της οικοψυχολογίας. «Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ψυχολογία σήμερα» ανέφερε πρόσφατα ο Kahn, «θα δει ότι εξακολουθεί να εστιάζει σε συμπεριφορές» – στην κατανόηση δηλαδή και το μετασχηματισμό των ανθρωπίνων πράξεων ως προς το περιβάλλον τους. Πρόκειται για έναν ρητό στόχο μίας σχολής ψυχολογίας, γνωστής ως ψυχολογία της διατήρησης της ζωής, η οποία προφανώς έχει πρακτική αξία. Η οικοψυχολογία, λέει ο Kahn θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: με ποιό τρόπο η φύση βελτιώνει το νου;

Πρόσφατα, ο Kahn προχώρησε σε μία μελέτη για τον τρόπο που αντιδρούμε σε πραγματικές έναντι ψηφιακών αναπαραστάσεων της φύσης. […] Ο Kahn ανακάλυψε ότι ο ρυθμός που χτυπά η καρδιά όταν κανείς εκτίθεται σε πραγματικές εικόνες φύσης μειώνεται γρηγορότερα απ’ ότι όταν τα υποκείμενα της έρευνας αντικρύζουν εικόνες σε μία τηλεόραση. Οι αντιδράσεις όσων παρακολούθησαν εικόνες φύσης στην τηλεόραση ήταν παρόμοιες με τις αντιδράσεις εκείνων που στέκονταν μπροστά σε έναν απλό τοίχο.

Αυτά καθαυτά, τα συγκεριμένα στοιχεία δείχνουν απλώς να επιβεβαιώνουν κάτι που πολλοί δέχονται ούτως ή άλλως: ότι το αυθεντικό υπερέχει του τεχνητού. Η φύση επιδρά ευεργετικότερα στην υγεία μας απ’ ότι η τηλεόραση. Για τον Kahn όμως, η μελέτη αξιοποίησης της οθόνης πλάσμα συνομιλεί με δύο ισχυρές ιστορικά τάσεις: την υποβάθμιση μεγάλων τμημάτων του περιβάλλοντος και τη διαρκώς αυξανόμενη χρήση της τεχνολογίας στην καθημερινότητα (τηλεόραση, βιντεοπαιχνίδια, διαδίκτυο κ.λπ.) με αποτέλεσμα να βιώνει κανείς τη φύση από δεύτερο χέρι. «Όλο και περισσότερο», γράφει ο Kahn, «τα ανθρώπινα βιώματα διαμεσολαβούνται από τεχνικά συστήματα». Θα χρειαστεί, για λόγους επιβίωσης, να προσασμοστούμε σε αλλαγές σαν κι αυτές. Το ερώτημα είναι με ποιό τρόπο πρόκειται οι ζωές μας, καθώς η επαφή μας με τη φύση περιορίζεται με όλο και πιο νέους τρόπους, ενδέχεται «να φτωχύνουν σε ό,τι αφορά τις ανθρώπινες λειτουργίες και την ανάπτυξή τους».

Όπως και ο Doherty, ο Kahn έχει επίγνωση της τάσης πολλών επιστημόνων στο επάγγελμα να αποδοκιμάζουν έννοιες που δεν είναι μετρήσιμες, για παράδειγμα η έννοια της «ευδαιμονίας«. Κάμποσους μήνες πριν, επικοινώνησα με τον Alan Kazdin, τον πρώην πρόεδρο της Αμερικάνικης Ένωσης για την Ψυχολογία και καθηγητή ψυχολογίας και παιδικής ψυχιατρικής στο Yale, προκειμένου να ρωτήσω τη γνώμη του για την οικοψυχολογία. Ο Kazdin είχε αναφερθεί στη κατεύθυνση αυτή μέσω μίας στήλης του το 2008, μιλώντας όμως γι’ αυτή ήταν συγκεγχυμένος και χρειάστηκε να αναζητήσει το κείμενό του. «Η σύγχρονη ψυχολογία αφορά ό,τι μπορεί να μελετηθεί και να εξακριβωθεί επιστημονικά», είπε τελικά. «Απ’ ότι βλέπω εδώ, έχουμε να κάνουμε με μία μορφή πνευματικής χαλαρότητας».

Πολλοί οικοψυχολόγοι της δεύτερης γενιάς δεν θα διαφωνούσαν υποχρεωτικά με την κριτική αυτή. Θα έθεταν υπό αμφισβήτηση όμως την αντίληψη ότι η «πνευματική χαλαρότητα» δεν έχει καμμία θέση στη σύγχρονη ψυχολογία. «Έχεις ακούσει ποτέ τον όρο «επαναφορά της άγριας φύσης«, με ρώτησε ο Kahn. Ο όρος ‘rewilding‘ αφορά μια δημοφιλή έννοια στη βιολογία διατήρησης της φυσικής ζωής, ο οποίος αναπτύχθηκε στα μέσα στης δεκαετίας του ’90 από τον Michael Soulé, έναν ομότιμο καθηγητή περιβαλλοντικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Santa Cruz της Καλιφόρνια. Η βασική ιδέα αφορά την επανεισαγωγή και εκτροφή βασικών θηρευτών, όπως οι αρκούδες, οι λύκοι και οι βίδρες σαν τον ιδανικό τρόπο να αποκαταστήσει και να μεγιστοποιήσει κανείς την προσαρμοστικότητα των οικοσυστημάτων ξεκινώντας από πάνω προς τα κάτω. “Επιδιώκουμε κάτι παρόμοιο κι εμείς” λέει ο Kahn, “αλλά σε ψυχολογικό επίπεδο – από μέσα προς τα έξω. Θέλουμε να επαναφέρουμε την άγρια υφή της ψυχής”.

Όπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους οικοψυχολόγους της δεύτερης γενιάς, η έρευνα του Kahn για επαναφορά της «άγριας ψυχής» βρίσκεται ακόμα στα πρώιμα στάδια της. Εξερευνεί την ιδέα αυτή στο μπλογκ του, αλλά και στην ιστοσελίδα του Psychology Today. Παρουσιάζεται όμως μια δυσκολία εξαιτίας ενός θεμελιώδους προβλήματος της οικοψυχολογίας: πως θα ήταν εφικτό να επιτύχουμε μια τέτοια επαναφορά τη στιγμή που εξακολουθούμε να κινούμαστε προς ένα όλο και περισσότερο αστικό, τεχνολογικό μέλλον; Πώς θα καταφέρουμε να έρθουμε σε επαφή με αυτές τις στοιχειώδεις φυσικές δυνάμεις όταν εξακολουθούμε να μετακινούμαστε πέρα από αυτές;

Tο ερώτημα αυτό απασχόλησε και τον Gregory Bateson, ο οποίος επηρέασε σημαντικά τους οικοψυχολόγους και αποτελεί έναν από τους αφανείς γίγαντες της ιστορίας της διανόησης στον 20ο αιώνα. Ο Bateson, ανθρωπολόγος στο επάγγελμα, εργάστηκε επί του πεδίου στο Μπάλι σε συνεργασία με την επί 14 χρόνια σύζυγό του Margaret Mead, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30. Στα μέσα της καριέρας του όμως, μετακινήθηκε από τη συμβατική εθνολογία στη διεξαγωγή ερευνών που αφορούσαν κατευθύνσεις όπως η επικοινωνία ανάμεσα στα ζώα, η κοινωνική ψυχολογία, η συγκριτική ανατομία, η αισθητική και η ψυχιατρική. Αυτό που ενδιέφερε περισσότερο τον Bateson όμως, όπως υποννοεί και ο τίτλος ενός βιβλίου που έγραψε το 1972 “Steps to an Ecology of Mind” (Βήματα προς Μία Οικολογία του Νου), ήταν τα σύμπλοκα συστήματα.

Αντίληψη του Bateson ήταν πως η τάση να αντιλαμβανόμαστε το νου και τη φύση ως ξέχωρα, αποτελεί ένδειξη ενός σφάλματος στον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης συνείδησης. Γράφοντας πολλά χρόνια μετά τη δημοσίευση τη «Σιωπηλής Άνοιξης» (Silent Spring) της  Rachel Carson μία στιγμή όπου το περιβαλλοντικό κίνημα είχε ανθίσει και εστίαζε σε έμπρακτες δράσεις για των περιορισμό του DDT και άλλων χημικών, ο Bateson υποστήριζε ότι επί της ουσίας η περιβαλλοντική κρίση της σύγχρονης εποχής σχετίζεται με το βασίλειο των ιδεών. Η ανθρωπότητα έπασχε από ένα είδος «επιστημολογικής πλάνης»: πιστεύαμε – λανθασμένα – ότι νους και φύση λειτουργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Στην πραγματικότητα, η φύση αποτελεί ένα σύστημα παρόμοιο με το νου, με αναδρομικές λειτουργίες, όπου τα συστήματα ανταλλαγής δεν αφορούν ενέργεια όπως επιχειρηματολογούν οι περισσότεροι οικολόγοι, αλλά πληροφορίες. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε για τον κόσμο μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο και ο κόσμος με τη σειρά του θα μπορούσε ν’ αλλάξει κι εμάς.

“Όσο περισσότερο στενεύει η επιστημολογική αντίληψη, δρώντας υπό την προσέγγιση ‘εστιάζω σε αυτό που ενδιαφέρει αποκλειστικά εμένα ή το φορέα μου ή το είδος μου’, πετσοκόβοντας κάθε έννοια ευαισθησίας ως προς άλλα κλειστά δίκτυα ζωής εντός αντιστοίχων δομών» έγραφε ο Bateson. «Αποφασίζεις ότι θέλεις να ξεφορτωθείς τα υποπροϊόντα της ανθρώπινης ζωής κι ότι η Λίμνη Erie αποτελεί ένα καλό σημείο απόρριψής τους. Ξεχνάς ότι το οικονοητικό σύστημα που ονομάζουμε Λίμνη Erie αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου εσωτερικού οικονοητικού συστήματος και αν την οδηγήσουμε στην ανισορροπία, η ανισορροπία αυτή ενσωματώνεται στα ευρύτερα εσωτερικά συστήματα σκέψης και βιώματος.» Η ανικανότητά μας να διακρίνουμε αυτή την αλήθεια, επέμενε ο Bateson, με τον καιρό γίνεται τερατωδώς εμφανής. Η ανθρώπινη συνείδηση εξελίχθηκε σε μια κατάσταση προνομιούχας «στοχοπροσήλωσης» — προκειμένου να πάρουμε αυτό που θέλουμε, είτε αυτό αφορά μια μπριζόλα ή σεξ. Αν επεκτείνει κανείς την τάση αυτή σε μαζική κλίμακα, αναπόφευκτα θα διαπιστώσει την εμφάνιση ορισμένων ενοχλητικών φαινομένων: κόκκινες παλίρροιες, εξαφανιζόμενα δάση, νέφος, πλανητική υπερθέρμανση. “Όπως υπάρχει μια οικολογία αγριόχορτων, έτσι κι εδώ μιλάμε για μια οικολογία κακών ιδεών” γράφει ο Bateson «όπου βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος είναι ότι το βασικό λάθος αυτοαναπαράγεται”.

Ρί μπορεί λοιπόν να κάνει κανείς; Με ποιό τρόπο μπορούμε να επανεκκινήσουμε την ανθρώπινη συνείδηση; Οι περιγραφές του Bateson ως προς τις δυνητικές δράσεις είναι ασαφείς. Θα χρειαζόταν να διορθώσουμε τα λάθη της σκέψης μας, επιτυγχάνοντας εσωτερική διαύγεια ως προς τον εαυτό μας και ενθαρρύνοντας και τους άλλους σχετικά – ενδυναμώνοντας «οποιαδήποτε εχέφρωνη εσωτερική ποιότητα». Με άλλα λόγια, για να δράσει κανείς οικολογικά οφείλει να νιώθει οικολογικά. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς με ποιό τρόπο οι ιδέες του Bateson έλκουν τους οικοψυχολόγους. Η έμφασή του στην αλληλεξάρτηση νου και φύσης αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της οικοθεραπείας. Αποτελεί επίσης τη ρίζα της έννοιας της «αποκατάστασης της εσωτερικής άγριας ζωής» του Kahn, καθώς κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε σε ψυχολογικό επίπεδο επωφελώς. Δεν είναι όμως και δύσκολο να διακρίνει κανείς πως η φαινομενικά κυκλική λύση που προτείνει ο Bateson – προκειμένου να δρα κανείς οικολογικά, θα πρέπει να νιώθει οικολογικά – εξακολουθεί να στοιχειώνει το πεδίο και όσους εμπλέκονται σε αυτό.

Πριν από ένα χρόνο, ο Glenn Albrecht, ο αυστραλός φιλόσοφος και θαυμαστής του Bateson, ξεκίνησε μια έρευνα για τα ψυχολογικά εκείνα στοιχεία που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προστατευτικά ως προς την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Καθιστώντας τη “solastalgia” έναν δημοφιλή όρο, τράβηξε την προσοχή πολλών στις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής στην πνευματική υγεία, αλλά όπως οι επιστήμονες που εστιάζουν το λιώσιμο των παγόβουνων ή τη μαζική εξάλειψη ειδών, ο Albrecht μελετούσε μια κατάσταση ύφεσης.

Ο Albrecht ξεκίνησε να παίρνει συνεντεύξεις από κατοίκους κατά μήκος της διαδρομής που εκτείνεται ανάμεσα στο Ακρωτήρι Naturaliste και το Ακρωτήρι Leeuwin, μια περιοχή μήκους 60 μιλίων στη νοτιοδυτική Αυστραλία – έναν παράδεισο επί της Γης, όπου παράγεται κρασί, έναν τόπο πλούσιο σε βλάστηση, βουκολικό, με αφθονία δραστηριοτήτων που περιστρέφονται γύρω από την έννοια της βιωσιμότητας, είτε πρόκειται για οργανική γεωργία, είτε οικοτουρισμό. Μία σειρά παραγόντων – γεωγραφικών, πολιτικών, ιστορικών και οικονομικών – επέτρεψαν στην περιοχή να παραμείνει σχετικά άσπιλη. Ο Albrecht όμως προτείνει τον ψυχολογικό παράγοντα ως το βασικότερο όλων. Οι άνθρωποι στην περιοχή, μου λέει, επιδεικνύουν μια ασυνήθιστη «αίσθηση αλληλοσύνδεσης» – μία επίγνωση των μυριάδων αλληλοεπιδρούντων στοιχείων που σχηματίζουν ένα υγιές περιβάλλον. Πιστός στη μέχρι τώρα μορφή εννοιοδότησης, ο Albrecht κατέληξε σε ένα νόημα που εμπεριέχει την ιδέα αυτή. Έχει αρχίσει να περιγράφει την περιοχή ανάμεσα στα Ακρωτήρια ως μία μελέτη στη “soliphilia”: “η αγάπη και η ανάληψη ευθύνης για έναν τόπο, ένα βιοσύστημα, τον πλανήτη και την ενότητα των συσχετιζόμενων ενδιαφερόντων εντός του». Λέει ότι ελπίζει πως αυτός ο νεολογισμός, όπως και η “solastalgia,” θα εξαπλωθεί αλλάζοντας τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι για το περιβάλλον τους και τη σχέση τους με αυτό.

Πρόκειται όντως η έννοια αυτή να τραβήξει το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού όπως η  “solastalgia”; Κάτι τέτοιο φαίνεται απίθανο. Η “solastalgia” περίγραφε μία συναισθηματική ανταπόκριση στην περιβαλλοντική υποβάθμιση σε μία περίοδο πλανητικής κλιματικής αλλαγής – με πολιτισμικά παράγωγα όπως τα “Wall-E,” “The Road” και “Avatar” — η οποία βιώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Η “soliphilia” περιγράφει μια ψυχολογική λειτουργία βιωσιμότητας, που δείχνει να εξαρτάται από τις ήδη υπάρχουσες αξίες οι οποίες καθιστούν τη βιωσιμότητα εφικτή: ίσως οι κάτοικοι της περιοχής των Ακρωτηρίων να έχουν μια «αίσθηση αλληλοσύνδεσης», αλλά πώς θα μπορούσαμε οι υπόλοιποι να αποκτήσουμε πρόσβαση στην αίσθηση αυτή;

Προς το παρόν, η οικοψυχολογία φαίνεται να δυσκολεύεται με το ερώτημα αυτό. Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η συγκεκριμένη κατεύθυνση στηρίζεται σε μία ιδανική κατάσταση περιβαλλοντικής συνειδητότητας ή επικοινωνίας, έναντι της οποίας μπορούν να καταμετρηθούν τα ελλείματά μας. Κι έτσι συχνά φαίνεται να επαναπαύεται ή να θεωρεί αληθές αυτό που προσπαθεί να αποδείξει ως αληθές: για να είναι κανείς πνευματικά υγιής προϋποθέτει την οικολογική του εναρμόνιση, ενώ με τη σειρά της η οικολογική εναρμόνιση προϋποθέτει την πνευματική υγεία. Παρόλα αυτά, καθώς η οικοψυχολογία διαρκώς προσπαθεί να πετύχει αξιοπιστία, αναζητεί τουλάχιστον τρόπους καθιέρωσης κριτηρίων. Πρόσφατα, το περιοδικό American Psychologist προσκάλεσε τα μέλη της ομάδας δράσης για την κλιματική αλλαγή να υποβάλλουν εργασίες σε ατομική βάση. Ο Thomas Doherty το πήρε ως ευκαιρία ανάπτυξης μιας κατηγοριοποίησης ανταπόκρισης στα περιβαλλοντικά προβλήματα. Το μοντέλο του, ένα αρχικό προσχέδιο του οποίου μου έδειξε, προχωρά σε διακρίσεις οι οποίες προβλέπονται εξαρχής αμφιλεγόμενες: σε ό,τι αφορά την παθολογική παράμετρο του φάσματος, για παράδειγμα, ως συνέχεια των ψυχωτικών ψευδαισθήσεων τοποθετεί την «ειλικρινή άρνηση» ως προς τα περιβαλλοντικά θέματα. Το πιο αποκαλυπτικό χαρακτηριστικό του μοντέλου του όμως, ενδέχεται να αποτελέσει η ισχυρή έμφαση εξίσωσης της πνευματικής υγείας με την παρόρμηση να «επιδιώκει κανείς επαφή με τη φύση» – με άλλα λόγια, με μία βαθιά ριζωμένη οικολογική προοπτική. Οι επικριτές της προσέγγισης θα επισήμαιναν ότι οι οικοψυχολόγοι προσπαθούν να εισάγουν λαθραία μια αντίληψη ζωής σε ένα πεδίο θεραπείας ουδέτερων αξιών. Οι υποστηρικτές της θα αποκρίνονταν ότι όπως και ο Bateson, οι οικοψυχολόγοι δεν εισάγουν στα κρυφά αξίες, αλλά διορθώνουν ένα θεμελιώδες λάθος ως προς την αντίληψη του νου: προκειμένου να κατανοήσει κανείς κάτι στην ολότητά του, θα πρέπει να μπορεί να εξηγήσει τι είναι αυτό που έχει συντριβεί.

Πηγή: https://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com

Advertisements

About platanusorientalis

Επειδή αγαπώ τα πλατάνια, τα νερά που κυλούν στις ρίζες τους και τις ιστορίες που αφηγούμαστε στη σκιά τους...
This entry was posted in άρθρα and tagged , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.