Κι αυτό επίσης θα περάσει

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία χώρα μακρυνή της Ανατολής, ζούσε ένας σοφός γερο-βασιλιάς. Το παλάτι του ήταν πελώριο, η αυλή του αξιοθαύμαστη και τα κατορθώματά του αμέτρητα. Ποτέ δε ζητούσε πολλά και περνούσε το χρόνο του με τη μία και την άλλη ασχολία. Ήταν πολύ μορφωμένος και είχε διαβάσει τα κείμενα και τις γραφές πολλών άλλων πολιτισμών και θρησκείων. Και παρόλο που είχε καταφέρει τόσα και οι άνθρωποί του τον σέβονταν βαθιά για τη σοφία του, ένιωθε πως κάτι έλειπε.

Κι έτσι μια μέρα μάζεψε τους πιο έξυπνους συμβούλους του, όλους τους μεγάλους άντρες και σοφούς της χώρας, και τους ανέθεσε να βρουν αυτό που πάντοτε παραμένει αληθινό. Κάτι που θα παρέμενε αληθινό όταν είναι ευτυχισμένος ή λυπημένος, αληθινό την άνοιξη αλλά και το χειμώνα, αληθινό στις μεγάλες νίκες αλλά και στις μεγάλες ήττες. Οι σοφοί φαίνονταν μπερδεμένοι, «μα τί να είναι αυτό που είναι πάντα αληθινό;» αναρωτιόντουσαν. Κι έτσι αναχώρησαν για τις άκρες του βασιλείου και προχώρησαν κι ακόμα παραπέρα, σε χώρες μακρυνές, μήπως κι ανακαλύψουν την αλήθεια αυτή που τους ζήτησε ο βασιλιάς. Συμφώνησαν να επιστρέψουν στο βασίλειο ένα χρόνο μετά και να πουν στο βασιλιά τι ήταν αυτό που είχαν ανακαλύψει.

Εκτός από έναν. Αυτός παρέμεινε στο μικρό του αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους και συνέχισε να φροντίζει τον κήπο του. Οι χωρικοί και οι αυλικοί, κάθε φορά που τον προσπερνούσαν, έλεγαν «να ένας τεμπέλης σοφός, που δεν προσπάθησε ούτε καν να συνομιλήσει με τον παππά της διπλανής πόλης, κάθεται απλώς στον κήπο του και παρακολουθεί τα πουλιά και τα σύννεφα ή χαζεύει τα δέντρα. Σίγουρα ο βασιλιάς θα δυσαρεστηθεί πολύ μαζί του.» Κι έτσι κύλησε ένας χρόνος και ο σοφός γέρος παρακολούθησε την άνοιξη να δίνει τη θέση της στο καλοκαίρι κι εκείνο με τη σειρά του να παραχωρεί τη θέση του στο φθινόπωρο και είδε πως τα φυτά ξεραίνονταν για να ζωντανέψουν ξανά. Είδε πως τα πουλιά έρχονταν κι έφευγαν και πως πέθαιναν τα μεγάλα δέντρα, μόνο που όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, χάριζαν με το θάνατό τους τη ζωή σε πολλά έντομα και ένα σωρό άλλα πλάσματα.

Όταν πια είχε συμπληρωθεί ένας χρόνος, όλοι οι σοφοί μαζεύτηκαν στην αυλή, έτοιμοι ν’ αφήσουν άναυδους τους ανθρώπους γύρω τους με όλα όσα είχαν μάθει. Είπαν παραμύθια και γρίφους από τόπους μακρυνούς και κοντινούς, μιλούσαν με την αβρότητα και τη δεξιοτεχνία των καλλιεργημένων ανθρώπων, προκαλώντας τους γύρω τους να σκεφτούν μέχρι που το κεφάλι τους πόνεσε. Αλλά ο βασιλιάς εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιημένος. Στο τέλος, ο γερο-σοφός που γνωρίζουμε – εκείνος που κατοικούσε στο αγροτόσπιτο στην άκρη του δάσους – έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε στο βασιλιά: «Μεγαλειότατε, έχω δει αυτό που παραμένει πάντα αληθινό. Είναι αυτό που παραμένει αληθινό στην κήπο μου και στο δάσος.» Όλοι γέλασαν μαζί του, σκέφτηκαν «ηλίθιος γερο-ανόητος». «Είναι αυτό που παραμένει αληθινό είτε βρίσκεται στο βασίλειό σου, είτε στα πέρατα της ίδιας της Γης. Και είναι αυτό που παραμένει αληθινό και στην καρδιά μου.»

«Γιατί πράγμα μου μιλάς λοιπόν;», ρώτησε ο βασιλιάς. «Ποιά είναι αυτή η αλήθεια;»

Ο γέρος έγειρε το κεφάλι του και μίλησε απαλά, σαν τον αέρα που παρασέρνει τα τελευταία φθινοπωρινά φύλλα μέσα από τα παράθυρα, ρίχνοντάς τα στα μεγαλοπρεπή πατώματα του παλατιού. «Κι αυτό επίσης θα περάσει», είπε κι απομακρύνθηκε, επιστρέφοντας στο αγρόσπιτό του στην άκρη του δάσους.

Κι επιτέλους ο βασιλιάς φάνηκε να ικανοποιείται.

Πηγή: https://mythoplasieskiafigiseis.wordpress.com

Advertisements

About platanusorientalis

Επειδή αγαπώ τα πλατάνια, τα νερά που κυλούν στις ρίζες τους και τις ιστορίες που αφηγούμαστε στη σκιά τους...
This entry was posted in λόγια and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.