Η αγροοικολογία και το διαρκώς μειούμενο χάσμα απόδοσης

Του Eric Holt Gimenez

Διευθυντή του Ινστιτούτου για την Τροφή και την Πολιτική Ανάπτυξης “Food First

Φαίνεται ότι όσο περισσότεροι επιστήμονες μελετούν την αγροοικολογία, τόσο καλύτερα είναι τα νέα.

Η πιο εκτεταμμένη – για την ώρα – μετα-ανάλυση συγκρίνει σοδειές μεταξύ οργανικής και συμβατικής γεωργίας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το «χάσμα απόδοσης» ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη καλλιέργειας, εμφανίζεται πολύ πιο μειωμένο απ’ ότι υποστηριζόταν παλαιότερα, ενώ για κάποιες σοδειές δεν υφίσταται καν.

Σε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στα Πρακτικά της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου (Proceedings of the Royal Society of London) με τίτλο «Οι Πρακτικές Διαφοροποίησης Μειώνουν το Χάσμα Απόδοσης Μεταξύ Οργανικών και Συμβατικών Καλλιεργειών» (Diversification Practices Reduce Organic to Conventional Yield Gap), οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια κατέληξαν πως όταν τα αγροκτήματα οργανικής καλλιέργειας επιλέγουν αγροοικολογικές πρακτικές, όπως οι μικτές καλλιέργειες και η αμειψισπορά, το χάσμα απόδοσης ανάμεσα στις οργανικές και συμβατικές καλλιέργειες σχεδόν εξαφανίζεται. Σε ό,τι αφορά τα όσπρια ειδικότερα, δεν παρουσιάζεται το παραμικρό χάσμα απόδοσης. Η έρευνα στηρίχθηκε στον τριπλό αριθμό αγροκτημάτων και σε μία διεισδυτικότερη, λεπτομερέστερη διαδικασία στατιστικής ανάλυσης απ’ ότι μία προηγούμενη έρευνα, η οποία είχε δημοσιευτεί από τους Seufert, Ramankutty και Foley στο περιοδικό Nature το 2012 και λόγω στατιστικής μεροληψίας κατέληγε με λανθασμένο τρόπο στο συμπέρασμα ότι οι οργανικές καλλιέργειες παρουσιάζουν μειωμένη απόδοση κατά 25% από τις συμβατικές.

Θαυμάσια! Αφού όμως τελειώσουν τα πανηγύρια μεταξύ των θιασωτών της οργανικής γεωργίας, πώς σκοπεύουμε να αξιοποιήσουμε την παραπάνω έρευνα;

Πρώτα απ’ όλα η αγροοικολογία – η επιστήμη για μια βιώσιμη γεωργία – θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικών, οι πανεπιστημιακές γεωπονικές σχολές, το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation) και τους φιλανθρώπους που συνηθίζουν να επιχορηγούν μεγάλα ποσά, καθώς όλοι τους, κατά τα τελευταία 50 χρόνια, έχουν επιλέξει να επενδύουν σε βιομηχανικές καλλιέργειες υψηλών εισροών. Οι επιστημονικοί και πολιτικοί μας θεσμοί και ιδρύματα έχουν εμπεδώσει βαθιά αυτή τη μορφή προκαταλήψης· για παράδειγμα, το περιοδικό Nature αρνήθηκε ακόμη και να ασχοληθεί με αυτή τη νέα έρευνα που αμφισβητούσε την έρευνα που είχε προηγηθεί το 2012… Το Υπουργείο Γεωργίας των Ηνωμένων Πολιτειών διαθέτει λιγότερο από το 2% του συνολικού προϋπολογισμού του για την έρευνα οργανικών συστημάτων. Σε περιοχές όπου παρέχονται σημαντικά ερευνητικά ποσά για τη μελέτη των οργανικών καλλιεργειών (όπως π.χ. συμβαίνει με το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και την έρευνα για την οργανική καλλιέργεια σιτηρών) ή την αγροοικολογία (όπως π.χ. στην Κούβα) το ευρέως διαλαλημένο «χάσμα απόδοσης» εξαφανίζεται. Η αγροοικολογία, όχι μόνο αποφέρει τις απαραίτητες σοδειές δίχως χημικές εισροές, γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και άλλες ακριβές καλλιεργητικές πρακτικές ακριβείας (precision agriculture), αλλά επιτρέπει και μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα.

Τα αγροκτήματα που καλλιεργούνται με αγροοικολογικό τρόπο – με όλο τον πλούτο που φέρει η βιοποικιλότητα – εστιάζουν συνήθως στις οργανικές καλλιέργειες ή μετατρέπονται σε βάθος χρόνου σε οργανικά αγροκτήματα. Η ποικιλία σε καλλιεργούμενα είδη, οι εναλασσόμενες πρακτικές γεωργοδασοπονίας και η [έμφαση] στο συνδυασμό κτηνοτροφίας, καλλιεργητικών ποικιλιών και δασικών εκτάσεων, επιτρέπει την ανάπτυξη μεγαλύτερης περιβαλλοντικής προσαρμοστικότητας εντός του αγροτικού συστήματος. Και όπως αποδεικνύεται, πρόκειται για ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση έντονων καιρικών φαινομένων, τα οποία σχετίζονται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου – όπως οι ξηρασίες, οι πλημμύρες, οι καύσωνες και τα κύματα παγετού – και τα οποία μπορούν να καταστρέψουν ολοσχερώς μια σοδειά κατά τη διάρκεια μιας καλλιεργητικής περιόδου. Σε αντίθεση με τις καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ), όπου επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσαρμοστικότητας εντός του γονιδιώματος ειδικών ποικιλιών, εντάσσοντας ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό κάθε φορά, η αγροοικολογία ενδυναμώνει την προσαρμοστικότητα ενός ολόκληρου αγροοικοσυστήματος. Φυσικά, δεν ακολουθούν τις αρχές της αγροοικολογίας όλα τα οργανικά αγροκτήματα. Ορισμένα αποτελούν απέραντες μονοκαλλιέργειες βιομηχανικού τύπου, παραμένοντας εξίσουν ευάλωτα στις κλιματικές αλλαγές με τα αντίστοιχα συμβατικά. Αυτό που αποδεικνύει η νέα αυτή έρευνα, είναι ότι η αγροοικολογία – όχι αυτή καθ’ αυτή η οργανική καλλιέργεια – αποτελεί το κλειδί για καλή απόδοση κι αειφορία.

Κατά ένα αναζωογονητικό τρόπο, οι συγγραφείς της έρευνας αυτής αναγνωρίζουν ότι η απλή αύξηση της απόδοσης δεν αρκεί για να δοθεί ένα τέλος στην παγκόσμια πείνα, όταν σε ολόκληρο τον κόσμο παράγονται ήδη 1 ½ περισσότερα τρόφιμα απ’ όσα χρειάζονται. Αναγνωρίζουν επίσης ότι ο τρόπος παραγωγής αυτών των τροφίμων είναι που κάνει τη διαφορά.

Το ζήτημα που δεν θέτει η έρευνα αυτή, είναι ότι και το ποιός παράγει τα τρόφιμα κάνει επίσης τη διαφορά. Η συνεισφορά των πραγματικών εφευρετών και ακούραστων δεξιοτεχνών των αγροοικολογικών μεθόδων – οι καινοτόμοι μικροκαλλιεργητές, όπως εκείνοι του Κινήματος Από Καλλιεργητή σε Καλλιεργητή (Campesino a Campesino Movement) – θα πρέπει να αναγνωριστούν και να υποστηριχθούν στη δημιουργία παραγωγικών, αειφόρων τροφικών συστημάτων.

Για την ακρίβεια, το κλειδί για την οριστική αντιμετώπιση της πείνας σε παγκόσμιο επίπεδο δεν είναι η παραγωγή τροφίμων για όσους πεινούν (και τα οποία δεν είναι σε θέση να αγοράσουν), αλλά η παροχή δυνατότητας στους ανθρώπους να τρέφουν τον εαυτό τους.

Παγκοσμίως, οι μικροκαλλιεργητές σε ολόκληρο τον κόσμο παράγουν το 70% των τροφίμων στο 25% της καλλιεργήσιμης γης. Κατά έναν τραγικό τρόπο, επειδή δε διαθέτουν αρκετή γη (ή ισχύ επί της αγοράς), συγκαταλέγονται επίσης ανάμεσα στους φτωχότερους του κόσμου, αποτελώντας έτσι το 70% αυτών που πεινούν. Δε χρειάζεται να παράγουμε περισσότερα τρόφιμα για να δώσουμε ένα τέλος στην πείνα στον κόσμο αυτό. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα δίκαιο σύστημα παραγωγής τροφίμων για τους ανθρώπους που στην πραγματικότητα παράγουν τα τρόφιμα σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι μικροκαλλιεργητές χρειάζονται περισσότερη γη, πρόσβαση σε νερό και βασικές υποδομές, εκπαίδευση και υπηρεσίες υγείας – όχι γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, καλλιεργητικές μεθόδους ακριβείας ή τις παγκόσμιες αγορές. Επίσης, η αγροοικολογία τους είναι απαραίτητη, ενώ οι ίδιοι είναι οι πιο κατάλληλοι για την εφαρμογή της.

Τα θερμά μου ευχαριστήρια στους συγγραφείς της έρευνας «Οι Πρακτικές Διαφοροποίησης Μειώνουν το Χάσμα Απόδοσης Μεταξύ Οργανικών και Συμβατικών Καλλιεργειών», που μας αποκάλυψαν τη σημασία της αγροοικολογίας. Αυτό που χρειάζεται πλέον, είναι να διαδώσουμε περαιτέρω την πρακτική αυτή, υποστηρίζοντας όσους αγρότες γνωρίζουν πως να την εφαρμόζουν.

Μετάφραση: Τίνα Λυγδοπούλου

Advertisements

About platanusorientalis

Επειδή αγαπώ τα πλατάνια, τα νερά που κυλούν στις ρίζες τους και τις ιστορίες που αφηγούμαστε στη σκιά τους...
This entry was posted in άρθρα, καλλιεργητικές προσεγγίσεις and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.